Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πορφυροβαφία
πορφυροβαφία, purpledveing
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πορφύρα
πορφυραῖος
πορφυράνθεμος
πορφυρανθής
πορφυρεῖον
πορφύρειον
πορφύρειος
πορφύρεος
πορφυρεύς
πορφυρευτής
πορφυρευτικός
πορφυρεύω
πορφυρέω
πορφυρία
πορφυρίζω
πορφυρική
πορφύριον
πορφύριος
Πορφύριος
πορφυρίς
Πορφυρίς
πορφυρίτης
πορφυρίτης λίθος
πορφυριτικός
πορφυρῖτις
πορφυρίων
Πορφυρίων
πορφυρόβαπτος
πορφυροβαφεῖον
πορφυροβαφής
πορφυροβαφία
πορφυροβαφική
πορφυροβάφος
πορφυροβλάστητος
πορφυρόβλαστος
πορφυρογέννητος
πορφυροδίνης
πορφυροειδής
πορφυροειδῶς
πορφυρόεις
πορφυροεργής
πορφυρόζωνος
πορφυρόκαυλος
πορφυροκλέπτης
πορφυρομιγής
πορφυρόνωτος
πορφυρόπεζα
πορφυροπώλης
πορφυροπωλική
πορφυρόπωλις
πόρφυρος
πορφυρόστρωτος
πορφυροσχήμων
πορφυροῦς
πορφυροφορία
πορφυρόχροος
πορφυρόω
πορφύρω
πορφυρώδης
πορφυρώματα
πορφυρώτατος
…
πορφυροβαφία
Save
πορφυροβαφία, purpledveing
LSJ
πορφῠρο-βᾰφία, ἡ,
purple-dyeing,
Vett.Val.
3.21.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}