πορφυρόεις
πορφυρόεις, purple
πορφῠρό-εις, εσσα, εν,
- purple, καρπός, χρυσός, Nic. Al. 623 (v.l. πορφυρέοντα), v.l. for πορφυρέοντι in Opp. C. 2.597.
πορφυρόεις, όεσσα, όεν [ῠ] c. πορφύρεος, Nic. Al. 544.
πορφυρόεις, εσσα, εν, purpurfarbig, Nic. Al. 544.