προκαταφθείρω
προκαταφθείρω, destroy first
Could not find προκαταφθεῖραι in Logeion dictionaries.
προκαταφθεῖραι aorist active infinitive of προκαταφθείρω
προκατα-φθείρω,
- destroy first, τὸν σῖτον Plb. 18.20.3.
προ·καταφθείρω, détruire ou anéantir auparavant, Télès.
Étym. Stob.