προκατασκέπτομαι
προκατασκέπτομαι, inspect beforehand
προκατα-σκέπτομαι, fut. -σκέψομαι Arr. An. 1.13.1: aor. -εσκεψάμην D.H. 11.26:—
- inspect beforehand, ll.cc.
*προ·κατασκέπτομαι (f. -σκέψομαι) explorer d’avance, acc. DH. 11, 26 ; Arr. An. 1, 13, 1.
προκατασκέπτομαι, dep. med., vorher besehen, τόπον Dion.Hal. 11.26, u. a.Sp.