προκατασκευαστικός
προκατασκευαστικός, preparatory
προκατασκευ-αστικός, ή, όν,
- preparatory, f.l. in Aristid. Rh. 2 p.516 S.
προκατασκευαστικός, ή, όν, qui peut préparer, Chrys.
Étym. προκατασκευάζω.
προκατασκευαστικός, ή, όν, vorbereitend, Sp.