προσαμφιέννυμι
προσαμφιέννυμι, to put on over
Could not find προσαμφιῶ in Logeion dictionaries.
προσαμφιῶ Verb: future active indicative 1st singular of προσαμφιέννυμι
προσαμφιέννῡμι, Att. fut. -αμφιῶ,
- put on over, τινά τι Ar. Eq. 891.
προσ·αμφιέννυμι (f. -αμφιέσω, att. -αμφιῶ) faire revêtir : τινά τι, Ar. Eq. 891, qqe ch. à qqn.
προσαμφιέννυμι, [ῡ], (ἕννυμι), noch dazu od. darüber anziehen, τινά τι, Ar. Eq. 888.
προσαμφιέννυμι
Attic fut. -αμφιῶ
- to put on over, τί τινα Ar.