προσαμείβομαι
προσαμείβομαι, to answer
προσᾰμείβομαι, Dor. ποτ-, Med.,
- answer, τινα Theoc. 1.100.
προσ·αμείβομαι, dor. ποταμείβομαι [ᾰ] répondre à, acc. Thcr. Idyl. 1, 100.
προσαμείβομαι
Doric ποτ
- Mid., to answer, τινα Theocr.