προσάμβασις
προσάμβᾰσις, ἡ, poet. for προσανάβασις (q. v.).
προσ·άμβασις, v. προσανάβασις.
προσάμβασις, ἡ, poet. statt προσανάβασις, Aesch. Spt. 448 ; Eur. oft.
προσάμβασις
προσ-άμβᾰσις, εως,
poetic for προσανάβασις.