προσαλίγκιος
προσαλίγκιος, like
προσᾰλίγκιος, ον,
- like, Nic. Th. 739.
προσ·αλίγκιος, ος, ον [ᾰ] qui ressemble à, dat. Nic. Th. 739.
προσαλίγκιος, ähnlich, Nic. Ther. 739, nach Schneider für παναλίγκιος.
προσαλίγκιος, like