πόρσω
πόρσω, beyond, further
πόρσω, πορσώτατα, v. πρόσω.
πόρσω, v. πόρρω.
Étym. indo-europ. *per-, cf. lat. porrō, ou *preti, *proti, en avant, cf. πρόσω, avec métath.
πόρσω, adv., = πόρρω ; Pind. τὸ πόρσω, Ol. 3.44 ; Kompar., πάπταινε πόρσιον, 1.114 ; ὡς πόρσιστα, N. 9.29 ; doch hat er auch die Form πρόσω ; ἐπίβαινε πόρσω, Soph. O.C. 175, vgl. 226 ; auch übertr., μὴ πόρσω φωνεῖν, El. 206 ; einzeln bei den folgdn Dichtern. Die Gramm. erkl. die Form für äol., eben so wie die Kompar. πορσωτέρω, πορσωτάτω.
πόρσω, πρόσω (comp. πόρσιον: superl. πόρσιστα: cf. πρόσωθεν.)
- a
- α beyond, further οὐκέτι πρόσω ἀβάταν ἅλα κιόνων ὕπερ Ἡρακλέος περᾶν εὐμαρές N. 3.20 c. art., τὸ πόρσω δʼ ἐστὶ σοφοῖς ἄβατον κἀσόφοις O. 3.44 αἰσχύνων ἐπιχώρια παπταίνει τὰ πόρσω P. 3.22
- β of time τὸ δὲ σαφανὲς ἰὼν πόρσω κατέφρασεν (byz.: πρόσω codd.: πρόσσω Turyn: sc. χρόνος) O. 10.55 ἐλπίδʼ ἔχω κλέος εὑρέσθαι κεν ὑψηλὸν πρόσω P. 3.111
- b πόρσιον, further, too far μηκέτι πάπταινε πόρσιον O. 1.114
- c πόρσιστα: πεῖραν μὲν ἀγάνορα ἀναβάλλομαι ὡς πόρσιστα as far as possible N. 9.29