πορφυρευτής Save LSJ Bailly 2024 Pape πορφυρ-ευτής, οῦ, ὁ, = foreg., Poll. 1.96. πορφυρευτής, οῦ (ὁ) [ῠ] c. le préc. Artém. 166 Reiff ; Clém. 239. Étym. πορφυρεύω. πορφυρευτής, ὁ, = πορφυρεύς, Poll. 7.137.