πόρταξ
πόρταξ, a calf
Could not find πόρτακι in Logeion dictionaries.
πόρτακι Noun: feminine dative singular of πόρταξ
πόρταξ, ᾰκος, ἡ,
- = πόρτις, calf, Il. 17.4.
πόρταξ, ακος (ἡ) [ᾰκ] c. πόρτις, Il. 17, 4.
πόρταξ, ακος, ἡ, = πόρτις, junges Rind, Kalb, Il. 17.4.
πόρταξ
-ακος. = πόρτις. Il. 17.4.
πόρταξ , ακος= πόρτις, Il. 17.4†.
πόρταξ, ακος,
= πόρτις
- a calf, Il.