Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Πορφυρίς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πορτάζει
πορτάζω
πορτάκιον
πόρτακος
πόρταξ
πορτᾶς
πορτί
πόρτις
πορτιτρόφος
πορτιφόροι
πορφύρα
πορφυραῖος
πορφυράνθεμος
πορφυρανθής
πορφυρεῖον
πορφύρειον
πορφύρειος
πορφύρεος
πορφυρεύς
πορφυρευτής
πορφυρευτικός
πορφυρεύω
πορφυρέω
πορφυρία
πορφυρίζω
πορφυρική
πορφύριον
πορφύριος
Πορφύριος
πορφυρίς
Πορφυρίς
πορφυρίτης
πορφυρίτης λίθος
πορφυριτικός
πορφυρῖτις
πορφυρίων
Πορφυρίων
πορφυρόβαπτος
πορφυροβαφεῖον
πορφυροβαφής
πορφυροβαφία
πορφυροβαφική
πορφυροβάφος
πορφυροβλάστητος
πορφυρόβλαστος
πορφυρογέννητος
πορφυροδίνης
πορφυροειδής
πορφυροειδῶς
πορφυρόεις
πορφυροεργής
πορφυρόζωνος
πορφυρόκαυλος
πορφυροκλέπτης
πορφυρομιγής
πορφυρόνωτος
πορφυρόπεζα
πορφυροπώλης
πορφυροπωλική
πορφυρόπωλις
πόρφυρος
…
Πορφυρίς
Save
Bailly 2024
Πορφυρίς,
ίδος
(
ἡ
) [
ῠῐδ
] Porphyris,
f.
Anth.
6, 172
.
Étym.
v. le préc.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}