Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σμέρδος
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σμᾶνος
σμαράγδειος
σμαραγδίζω
σμαράγδινος
σμαράγδιον
σμαραγδίτης
σμαραγδίτης λίθος
σμαραγδῖτις
σμάραγδος
σμαραγδοχαίτας
σμαραγδώδης
σμαραγέω
σμαραγή
σμαραγίζω
σμάραγνα
Σμάραγος
σμάραγος
σμαράσσω
σμάρδικον
σμαρίλη
σμαρίς
σμαρκόν
σμάω
σμερδαλέος
σμερδαλέως
Σμερδίης
Σμέρδις
σμερδνός
σμέρδνος
Σμερδομένης
σμέρδος
Σμερτομάρα
σμέω
σμῆγμα
σμηγματοπώλης
σμηγματώδης
σμήκτης
σμηκτικός
σμηκτίς
σμηκτὶς γῆ
σμηκτός
σμηκτρίς
σμηκτρὶς γῆ
σμῆλαι
σμήλη
σμήλω
σμῆμα
σμηματοδοκίς
σμηματοδόχος
σμηματοθήκη
σμηματοφορεῖον
σμῆν
σμήνη
σμηνηδόν
σμηνίον
σμηνιών
σμηνοδόκος
σμηνοκόμος
σμῆνον
σμῆνος
Σμῆνος
…
σμέρδος
Save
LSJ
Pape
σμέρδος,
a kind of
fish,
Hsch.
σμέρδος
, erkl. Hesych. λῆμα, δύναμις, ὅρμημα.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}