σμαράγδειος
σμαράγδειος, of smaragdus
σμᾰράγδ-ειος, α, ον,
- of smaragdus, μέταλλα Hld. 2.32, etc.
σμαράγδειος, α, ον [μᾰ] d’émeraude, Hld. 2, 32, 8 ; 2, 9, 26 ; Palæph. 31, 7.
Étym. σμάραγδος.
σμαράγδειος, smaragden, zum Smaragd gehörig, Heliod. 2.32.