σταφίδιος Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape σταφίδιος, ος, ον [ᾰῐδ] de raisiné, Hpc. 497, 7. Étym. σταφίς. σταφίδιος -ον [σταφίς] van gedroogde druiven. σταφίδιος, = σταφιδίτης, bes. οἶνος, Hippocr. u. A.