σταφυλεπάρτης Save LSJ Bailly 2024 στᾰφῠλ-επάρτης, ου, ὁ, (ἐπαίρω) = foreg., Paul.Aeg. 3.26. σταφυλ·επάρτης, ου (ὁ) [ᾰῠ] instrument pour soulever la luette, P. Eg. 3, 26. Étym. σταφυλή, ἐπαίρω.