Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Σταφύλη
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σταυρικός
σταυρίον
σταυροειδής
σταυροειδῶς
σταυροκόμιστος
σταυρός
σταυρότυπος
σταυροφάνεια
σταυροφανῶς
σταυροφόρος
σταυρόω
σταύρωμα
σταυρώσιμος
σταύρωσις
σταυρωτήρ
σταυρωτής
σταφιδευταῖος
σταφίδιον
σταφίδιος
σταφιδίτης
σταφιδῖτις
σταφιδοποιία
σταφιδοποιΐα
σταφιδόω
σταφίς
στάφος
σταφυλάγρα
σταφυλεπάρτης
σταφυλή
σταφύλη
Σταφύλη
σταφυληγέω
σταφυληκόμος
σταφυλητομία
σταφυλητόμος
σταφυληφόρος
σταφυλίζειν
σταφυλίζω
σταφυλῖνος
σταφύλινος
σταφυλιοκαύστης
σταφύλιον
σταφυλίς
σταφυλίτης
σταφυλοβολεῖον
σταφυλοβόλιον
Σταφυλοδαίμων
σταφυλόδενδρον
σταφυλοδρόμας
σταφυλοδρόμοι
σταφυλοκάτοχον
σταφυλοκαύστης
σταφυλοκλέπτης
σταφυλοκλοπίδης
σταφυλολόγον
σταφυλολόγος
Στάφυλος
σταφυλοτομέω
σταφυλοτομία
σταφυλοτόμον
σταφυλοτόμος
…
Σταφύλη
Save
Bailly 2024
Σταφύλη,
ης
(
ἡ
) [
ᾰῠ
] Staphylè,
f.
Nonn.
D.
29, 249,
etc.
Étym.
σταφυλή
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}