About Report a problem

Menu

σταφιδευταῖος

σταφιδευταῖος, of dried grapes

στᾰφῐδευταῖος, α, ον, (σταφίς)
  • of dried grapes, = στεμφυλίτης, τρύγες Hp. Morb. 3.17; σταφίδιοι οἶνοι raisin wines, ibid.; σταφιδίτης οἶνος Orib. Fr. 19, Gloss.

Saved

Recent