στρατοπέδευμα
στρατοπέδευμα, army
Could not find στρατοπεδεύματος in Logeion dictionaries.
στρατοπεδεύματος neuter genitive singular of στρατοπέδευμα
στρᾰτοπέδ-ευμα, ατος, τό,
- army, D.S. 15.83 codd. (στράτευμα Dind.).
στρατοπέδευμα, τό, das Lager das gelagerte Heer, DS. u. a.Sp.