στρατοπεδαρχία Save Bailly 2024 Pape στρατοπεδαρχία, ας (ἡ) [ᾰτ] charge de tribun d’une légion, DH. 10, 36. Étym. στρατοπεδάρχης. στρατοπεδαρχία, ἡ, das Amt des στρατοπεδάρχης, Dion.Hal. 10.36.