χλίδημα
χλίδημα, delicacy, luxury
χλῐδ-ημα, ατος, τό,
- = χλιδή, E. IA 74.
χλίδημα, ατος (τὸ) [ῐ] parure, luxe, Eur. I.A. 74.
Étym. χλιδάω.
χλίδημα, τό, = χλιδή, Eur. I.A. 74.
χλίδημα, ατος, τό,
= χλιδή, Eur.