χλιερός Save LSJ Bailly 2024 Pape χλῐερός, ή, όν, Ion. for χλιαρός: also Adv. χλιηρῶς, Hp. Mul. 1.78; cf. χλιαρός. χλιερός, ά, όν, c. χλιαρός, Alcm. 3, 5 ; Crat. (Ath. 385d). χλιερός, ion. statt χλιαρός, Cratin. bei Ath. 385d.