χλεύασμα
χλεύασμα, mockery
χλεύ-ασμα, ατος, τό,
- mockery, LXX Jb. 12.4, Sch.B Il. 14.459.
χλεύασμα, ατος (τὸ) raillerie, Spt. Job 12, 4.
Étym. χλευάζω.
χλεύασμα, τό, Spott, schnöde Behandlung, LXX.