χλιόεις Save LSJ Pape χλῐόεις, εσσα, εν, = χλιαρός, v.l. for χλιόωντι in Nic. Al. 110. χλιόεις, εσσα, εν, = χλιαρός ; Nic. Alex. 110 ist χλιόεντι l.d. für χλιόων τι.