χορηγέτης
χορηγ-έτης, ου, ὁ,
- = χορηγός I, Iamb. VP 30.186: Dor. χορᾱγέτας IG 42(1).133.7 (Epid., hymn).
χορηγέτης, ου (ὁ) c. χορηγός, Jambl. V. Pyth. 386.
χορηγέτης, ὁ, = χορηγός, Iamblich. V. Pyth. §.186.