ψηφοκλέπτης
ψηφο-κλέπτης, ου, ὁ,
- = ψηφοπαίκτης, Ath. 1.19b, cf. Eust. 1601.50.
ψηφο·κλέπτης, ου (ὁ) escamoteur, prestidigitateur, Ath. 19b.
Étym. ψ. κλέπτω.
ψηφοκλέπτης, ὁ, = ψηφοπαίκτης, Ath. I.19b.