ἀδέσμευτος Save LSJ DGE ἀδέσμ-ευτος, ον, = sq. [ἀδέσμιος, ἄδεσμος, unfettered], Sch. E. Hec. 550. ἀδέσμευτος -ον suelto Sch.E.Hec.550.