ἀδενώδης
anat. de forma glandular
σώματα
φύματα
σάρξ
ὄρχεις
αἱ περιμήκεις ... ἀδενώδεις ἐξοχαί
νεφροί
ἀδενώδης, ης, ες, glanduleux, Plut. M. 664f.
Étym. ἀδήν, -ωδης.
ἀδενώδης, ες (ἄδην), drüsenartig, Plut. Symp. 4.2.
anat. de forma glandular
σώματα
φύματα
σάρξ
ὄρχεις
αἱ περιμήκεις ... ἀδενώδεις ἐξοχαί
νεφροί