ἀνελευθεριότης
ἀνελευθεριότης, illiberality, stinginess
Could not find ἀνελευθεριότητι in Logeion dictionaries.
ἀνελευθεριότητι feminine dative singular of ἀνελευθεριότης
ἀνελευθερ-ιότης, ητος, ἡ,
- = ἀνελευθερία, Arist. MM 1192a8.
servilismo Arist.MM 1192a8.
ἀνελευθεριότης, ητος (ἡ) c. le préc. Arstt. M. mor. 1, 25, 1.
ἀνελευθεριότης, ἡ, = ἀνελευθερία, Arist. Magn. mor. 1.25.