Skip to content
Skip to search
Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem (opens in a new tab)
Keyboard shortcuts
Toggle dark mode
ἀνθρωπώδης
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Ἀνθρωπόπολις
ἀνθρωποπολίτης
ἀνθρωποπρεπής
ἀνθρωπορραίστης
ἄνθρωπος
Ἄνθρωπος
ἀνθρωπόσαρκος
ἀνθρωποσφαγέω
ἀνθρωποσφαγία
ἀνθρωπόσχημος
ἀνθρωπότερον
ἀνθρωπότης
ἀνθρωποτόκος
ἀνθρωποτρόφος
ἀνθρωποϋπόστατος
ἀνθρωπουργία
ἀνθρωπουργός
ἀνθρωποφαγέω
ἀνθρωποφαγία
ἀνθρωποφαγικῶς
ἀνθρωποφάγος
ἀνθρωπόφαγος
ἀνθρωποφανής
ἀνθρωποφθόρος
ἀνθρωποφόρος
ἀνθρωποφυής
ἀνθρωποφυϊκός
ἀνθρωπόχειρ
ἀνθρωπόχειρον
ἀνθρωπώ
ἀνθρωπώδης
ἀνθρῴσκω
Ἀνθρωφηρακλῆς
ἀνθυβρίζω
ἀνθύβρισις
ἀνθυλακτέω
Ἄνθυλλα
Ἀνθυλλαῖος
ἀνθύλλιον
ἀνθυλλίς
ἄνθυλλον
ἀνθυλλοπράτης
ἀνθυλλοπρατικὴ τέχνη
ἀνθυλλοπράτισσα
ἀνθυλο-
ἀνθύνω
ἀνθυπάγω
ἀνθυπαγωγή
ἀνθυπακούω
ἀνθυπακτέον
ἀνθυπαλλαγή
ἀνθυπαλλάσσω
ἀνθυπαλλάττω
ἀνθυπαντάω
ἀνθυπάρχω
ἀνθυπατεία
ἀνθυπατεύω
ἀνθυπατιανός
ἀνθυπατικός
ἀνθύπατος
ἀνθυπείκω
…
ἀνθρωπώδης
Save
Pape
ἀνθρωπώδης
, ες,
menschenartig, menschlich
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}
Keyboard shortcuts
×
/
s
Search
←
→
Previous / next dictionary
1
–
9
Go to dictionary 1–9
j
k
Next / previous word in the word wheel
m
Switch between Logeion and Morpho
b
Save or unsave this word
Shift
B
Saved and recent words
l
Look up the selected word
Esc
Close suggestions or a panel
?
This list
Single-key shortcuts