Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀνθρωπόσαρκος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀνθρωπόλοιγος
ἀνθρωπολοιγός
ἀνθρωπομάγειρος
ἀνθρωπομαντεία
ἀνθρωπόμιμος
ἀνθρωπομορφιανοί
ἀνθρωπομορφίται
ἀνθρωπόμορφος
ἀνθρωπομορφόω
ἀνθρωπονομικός
ἀνθρωπόνοος
ἀνθρωπόνους
ἀνθρωπόομαι
ἀνθρωποπάθεια
ἀνθρωποπαθέω
ἀνθρωποπαθής
ἀνθρωποπαθῶς
ἀνθρωποπλαστέω
ἀνθρωποπλάστης
ἀνθρωποποιέω
ἀνθρωποποίητος
ἀνθρωποποιΐα
ἀνθρωποποιός
ἀνθρωπόπολις
Ἀνθρωπόπολις
ἀνθρωποπολίτης
ἀνθρωποπρεπής
ἀνθρωπορραίστης
ἄνθρωπος
Ἄνθρωπος
ἀνθρωπόσαρκος
ἀνθρωποσφαγέω
ἀνθρωποσφαγία
ἀνθρωπόσχημος
ἀνθρωπότερον
ἀνθρωπότης
ἀνθρωποτόκος
ἀνθρωποτρόφος
ἀνθρωποϋπόστατος
ἀνθρωπουργία
ἀνθρωπουργός
ἀνθρωποφαγέω
ἀνθρωποφαγία
ἀνθρωποφαγικῶς
ἀνθρωποφάγος
ἀνθρωπόφαγος
ἀνθρωποφανής
ἀνθρωποφθόρος
ἀνθρωποφόρος
ἀνθρωποφυής
ἀνθρωποφυϊκός
ἀνθρωπόχειρ
ἀνθρωπόχειρον
ἀνθρωπώ
ἀνθρωπώδης
ἀνθρῴσκω
Ἀνθρωφηρακλῆς
ἀνθυβρίζω
ἀνθύβρισις
ἀνθυλακτέω
Ἄνθυλλα
…
ἀνθρωπόσαρκος
Save
DGE
ἀνθρωπόσαρκος
-ον
engendrado en el hombre
Θεός
Leont.H.
Nest
.M.86.1756C.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}