Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀνθρωπώ
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀνθρωπόπολις
Ἀνθρωπόπολις
ἀνθρωποπολίτης
ἀνθρωποπρεπής
ἀνθρωπορραίστης
ἄνθρωπος
Ἄνθρωπος
ἀνθρωπόσαρκος
ἀνθρωποσφαγέω
ἀνθρωποσφαγία
ἀνθρωπόσχημος
ἀνθρωπότερον
ἀνθρωπότης
ἀνθρωποτόκος
ἀνθρωποτρόφος
ἀνθρωποϋπόστατος
ἀνθρωπουργία
ἀνθρωπουργός
ἀνθρωποφαγέω
ἀνθρωποφαγία
ἀνθρωποφαγικῶς
ἀνθρωποφάγος
ἀνθρωπόφαγος
ἀνθρωποφανής
ἀνθρωποφθόρος
ἀνθρωποφόρος
ἀνθρωποφυής
ἀνθρωποφυϊκός
ἀνθρωπόχειρ
ἀνθρωπόχειρον
ἀνθρωπώ
ἀνθρωπώδης
ἀνθρῴσκω
Ἀνθρωφηρακλῆς
ἀνθυβρίζω
ἀνθύβρισις
ἀνθυλακτέω
Ἄνθυλλα
Ἀνθυλλαῖος
ἀνθύλλιον
ἀνθυλλίς
ἄνθυλλον
ἀνθυλλοπράτης
ἀνθυλλοπρατικὴ τέχνη
ἀνθυλλοπράτισσα
ἀνθυλο-
ἀνθύνω
ἀνθυπάγω
ἀνθυπαγωγή
ἀνθυπακούω
ἀνθυπακτέον
ἀνθυπαλλαγή
ἀνθυπαλλάσσω
ἀνθυπαλλάττω
ἀνθυπαντάω
ἀνθυπάρχω
ἀνθυπατεία
ἀνθυπατεύω
ἀνθυπατιανός
ἀνθυπατικός
ἀνθύπατος
…
ἀνθρωπώ
Save
LSJ
ἀνθρωπώ, ἡ,
Lacon. for ἄνθρωπος II,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}