ἀριστίζω
ἀριστίζω, to give one breakfast
Could not find ἀρίστισον in Logeion dictionaries.
ἀρίστισον Verb: aorist active imperative 2nd singular of ἀριστίζω
- give one breakfast, ἀπὸ σμικρᾶς δαπάνης ὑμᾶς ἀριστίζων ἀπέπεμψεν Ar. Eq. 538; τούτους ἀρίστισον εὖ Id. Av. 659; τὴν πόλιν ἀ. ἐπὶ πενταετίαν IG 7.2712.62 (Acraephia):—Med., breakfast, Hp. VM 10.
1 dar una comida para celebrar algo, c. ac.
ἀπὸ σμικρᾶς δαπάνης ὑμᾶς
τούτους ... ἀρίστισον εὖ
χρηστῶς δηλαδὴ ἠρίστικας <σ>εαυτόν
τὴν πόλιν ... ἐπὶ πενταε[τί]αν
τοῖς τε πολίταις καὶ Ῥωμαίοις καὶ παροίκοις καὶ ξένοις ἀρίστισεν
ἀρίστισε τὸ πλᾶθος
τὰς ... παρ[θένους
ἀρίστου μεταδίδωμί τινι
2 en v. med. almorzar
op. δειπνεῖν
1. act., met acc. iemand een ontbijt geven.
2. med., intrans. ontbijten.
- to give one breakfast, c. acc. pers., Ar.