ἀρίστευμα
ἀρίστευμα, deed of prowess
ἀρίστ-ευμα [ᾰ], ατος, τό,
- = ἀριστεία, deed of prowess, Eust. 115.14 (pl.), Gp. Praef. 2 (pl.).
hazaña Eust.115.14.
ἀρίστευμα, ατος (τὸ) [ᾰρ] haut fait, Geop. Proœm. 2.
Étym. ἀριστεύω.
ἀρίστευμα, τό, = ἀριστεία, Eust.