ἀσκέδαστος
ἀσκέδαστος, not scattered
ἀσκέδαστος, ον,
- not scattered, τὸ ἓν ἀ. Eustr. in EN 51.13; that cannot be dissipated, Procl. Inst. 48.
que no puede dispersarse
ψυχή
τὸ δὲ νοητόν
ἡ ἰδέα
τὸ ἕν
(τὸ μὴ ἀΐδιον) εἰ δὲ ἁπλοῦν εἴη καὶ ἐν ἑαυτῷ, ἀδιάλυτον ἔσται καὶ ἀσκέδαστον