ἐξουδένωμα
ἐξουδένωμα, contempt
ἐξουδέν-ωμα, ατος, τό,
- contempt, LXX Ps. 89(90).5, Hsch. s.v. προπηλακισμός.
ἐξουδένωμα, ατος (τὸ) marque de mépris, Spt. Ps. 89, 5.
Étym. ἐξουδενόω.
ἐξουδένωμα, τό, Verachtung, LXX.