ἐξουδένωσις
ἐξουδένωσις, contempt
ἐξουδέν-ωσις, εως, ἡ,
- contempt, LXX Ps. 30(31).19.
ἐξουδένωσις, εως (ἡ) action de mépriser, mépris, Spt. Ps. 106, 40 ; 122, 3 et 4.
Étym. ἐξουδενόω.
ἐξουδένωσις, ἡ, Verachtung, LXX.