ἐπάφημα
ἐπάφημα, a touch
ἐπᾰφ-ημα, ατος, τό,
- a touch, Diog. Ep. 10.1 (pl.).
ἐπάφημα, ατος (τὸ) [ᾰ] attouchement, Diog. Ep. 10.
Étym. ἐπαφάω.
ἐπάφημα, τό, die Berührung, Sp.
ἐπάφημα, a touch