ἐπαχθίζομαι
ἐπαχθίζομαι, to be burdened with . .
ἐπαχθ-ίζομαι,
- to be burdened with . ., λείαν, ἀγγεῖα, Ph. 2.103, 113; βάρος πραγματειῶν ib. 288: abs., ἐπηχθισμένοι ib. 450.