Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὀγκύλος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὅγε
Ὄγκα
Ὀγκαίη
ὀγκαλέω
ὀγκάομαι
ὄγκη
ὀγκηθμός
ὄγκημα
ὀγκηρός
ὀγκηρῶς
ὄγκησις
ὀγκηστής
ὀγκηστικός
ὀγκητής
ὀγκητικός
ὀγκία
ὀγκίαι
ὄγκινος
ὄγκιον
ὀγκοειδής
ὀγκολογέω
ὀγκοπελεθίαν
ὀγκοποιέω
ὄγκος
ὀγκότερος
ὀγκόφωνος
ὀγκόω
ὀγκύλλομαι
ὀγκύλον
ὀγκυλόομαι
ὀγκύλος
ὀγκώδης
ὄγκωμα
ὄγκωσις
ὀγκωτικός
ὀγκωτός
ὀγμεύω
Ὄγμιος
ὄγμος
ὄγυρον
ὀγχέω
Ὀγχησμίτης
Ὀγχήστιος
Ὀγχηστόνδε
Ὀγχηστός
ὄγχνη
ὅδα
ὄδαγμα
ὀδαγμός
ὁδαγός
ὁδάζω
ὁδαῖα
ὁδαῖος
ὀδακτάζω
ὀδακτίζω
ὀδάξ
ὀδαξάω
ὀδαξέω
ὀδαξησμός
ὀδαξηστικός
ὀδαξητικός
…
ὀγκύλος
Save
Pape
ὀγκύλος
, = ὀγκηρός, übertr., σεμνός, γαῦρος erkl. Hesych.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}