ὀδαγμός
ὀδαγμός, itching, irritation
ὀδαγμός, ὁ, (ὀδάξομαι)
- itching, irritation, S. Tr. 770 codd.: ἀδαγμός Phot.
ὀδαγμός, ὁ, ion. ἀδαγμός, das Beißen, Jucken, Medic.
ὀδαγμός, οῦ, ὁ,
ὀδάξομαι
= ἀδαγμός, Soph.