ὀδαξητικός
ὀδαξητικός, causing to itch
ὀδαξ-ητικός, ή, όν,
- causing to itch, Poll. 2.110.
ὀδαξητικός, = ὀδαξηστικός, richtigere Lesart Poll. 2.110 bei Bekker.
ὀδαξητικός, causing to itch