Αἰθιόπεια Save DGE Bailly 2024 Αἰθιόπεια -ας, ἡ Etiopía μελάμβροτος Αἰθιόπεια Q.S.2.32. Αἰθιόπεια, ας (ἡ) c. Αἰθιοπία, Q. Sm. 2, 32.