Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Αὐξίθεμις
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
αὐλωρός
ἀΰλως
αὐλωτοί
αὐλωτός
αὗμα
αὕμα
αὐνή
Αὐξακία
Αὐξάκιος
Αὐξακῖτις
αὐξάνιος
αὐξάνω
Αὐξέντιος
αὐξέω
αὔξη
αὔξημα
αὐξηρός
Αὐξησία
αὔξησις
αὐξησίφως
αὐξητέον
αὐξητής
αὐξητικός
αὐξητικῶς
αὐξητός
αὔξι
αὐξίβιος
αὐξίδημος
Αὐξίδημος
αὐξιθαλής
Αὐξίθεμις
αὐξίκερως
αὐξίλια
αὐξιλιάριος
αὐξιμείωσις
αὐξίμολπος
Αὔξιμον
αὔξιμος
αὖξις
αὐξίς
αὐξίτροφος
αὐξιφαής
αὐξίφωνος
αὐξίφως
αὐξιφωτέω
αὐξιφωτία
αὐξίφωτος
Αὐξοαμίς
αὐξοβίος
αὐξομειόω
αὐξομείωσις
αὐξομειωτικός
αὐξοσέληνον
Αὐξούμη
Αὔξουμον
Αὔξουννος
Αὔξουνος
αὐξύνω
Αὐξώ
αὔξω
Αὐξώμις
…
Αὐξίθεμις
Save
DGE
Αὐξίθεμις
ἡ
Auxítemis
n. de mujer, Parth.
SHell
.629.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}