αὐξάνω
αὐξάνω, to make large, increase, augment
- increase, not in Hom. (only ἀέξω), Pi. Fr. 153, etc.; ὕβριν αὐ. Hdt. 7.16.αʹ; ὄλβον A. Pers. 756; opp. ἰσχναίνειν, Pl. Plt. 293b; εἰς ἄπειρον αὐ. τι Id. Lg. 910b; ἐπὶ τὸ ἔσχατον Id. R. 573a; ἐπὶ πλεῖον ηὖξον τὴν μαγειρικὴν τέχνην Athenio 1.16, etc.
- 2 increase in power, strengthen, αὐ. τὰ Ἑλλήνων increase their power, Hdt. 8.30; νόμοισιν αὐ. πόλιν S. Ant. 191, cf. X. Mem. 3.7.2; exalt by oneʼs deeds, glorify, πόλιν, πάτραν, Pi. O. 5.4, P. 8.38, cf. IG 2(2).834, etc.; exalt by praise, extol, ἐπαινεῖν καὶ αὔξειν τινά Pl. Ly. 206a; σέ γε . . καὶ τροφὸν καὶ ματέρʼ αὔξειν honour thee as . ., S. OT 1092 (lyr.); of an orator, amplify, exaggerate, αὔξειν καὶ μειοῦν Arist. Rh. 1403a17.
- 3 with an Adj., τρέφειν καὶ αὐ. τινὰ μέγαν bring up to manhood, Pl. R. 565c; μείζω πόλιν αὐ. E. IA 572 (lyr.); τὸν ὄγκον . . ἄπειρον αὐξήσει Pl. R. 591d.
- 4 αὔξειν ἔμπυρα to sacrifice, Pi. I. 4(3).62; cf. ἀέξω.
- 5 in Logic, = καταπυκνόω (q. v.), Arist. APo. 79a30, al.; but ὁ αὐξόμενος λόγος, name of a fallacy, Plu. Thes. 23, 2.559b.
- II Pass., grow, increase, in size, number, strength, power, etc., Hes. Th. 493, Pi. P. 8.93, D. 61.5, etc.; αὐ. ἐς πλῆθος, ἐς ὕψος, Hdt. 1.58, 2.14; of a child, grow up, Id. 5.92.εʹ; ἐν γὰρ τοῖς πόνοισιν αὔξεται, of Theseus, E. Supp. 323; ηὐξανόμην ἀκούων I grew taller as I heard, Ar. V. 638; of the wind, rise, Hdt. 7.188; ηὔξηται ἡ πόλις ὥστʼ εἶναι τελέα Pl. R. 371e.
- 2 with an Adj., αὔξεσθαι μέγας wax great, grow up, E. Ba. 183; αὐ. μείζων A. Supp. 338, Pl. Lg. 681a; αὐ. ἐλλόγιμος Id. Prt. 327c; μέγας ἐκ μικροῦ . . ηὔξηται D. 9.21.
- III later, Act. intr., like Pass., ἡ σελήνη αὐξάνει Arist. APo. 78b6, cf. HA 620a21, Aristeas 208, D.S. 4.64, Ep.Col. 2.19, D.Chr.4.128, D.C. 48.52, etc.
- IV of Verbs, take the augment, both Act. and Pass., Hdn. Epim. 280; αὔξουσα (sc. συλλαβή), ἡ, augment, ibid. (Cf. ἀέξω.)
I tr. en v. act.
1 hacer aumentar, hacer crecer c. ac. de n. concr. y más frec. de abstr.
δενδρέων δὲ νομὸν Διώνυσος ... αὐξάνοι
ὕβριν
πατρῷον δ' ὄλβον
πολέμους
εἰς ἄπειρον τὴν ἀδικίαν
• de pers. ref. al crecimiento físico de los seres vivos, op.
ἰσχναίνειν
ἀπεργάζεσθε ζῷα καὶ ... αὐξάνετε
2 c. ac. de abstr. de la esfera política acrecentar, hacer prosperar
ἡ τύχη ... τῆς πόλεως αὐξάνει τὰ πράγματα
3 ret. magnificar en v. pas.
ἔστι ... αὐξανόμενον τὸ πρέπον
lo conveniente es la ampulosidad
II intr., gener. en v. med.
1 crecer, aumentar c. suj. de pers. o n. concr.
ὁ παῖς ηὐξάνετο
αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε
ἡ χώρη αὐξανομένη
τῶν οἰκήσεων τούτων μειζόνων αὐξανομένων
καρπὸς αὐξανόμενος
φωστὴρ ... αὐξανόμενος
ἡ σελήνη αὐξάνει
μῆνις Ἀπόλλωνος ... ποιεῖ τὰς ῥῖνας αὐξάνεσθαι
• c. giro prep.
ἐς ὕψος αὐξάνεσθαι
crecer en altura
• fig. crecerse, hincharse
ηὐξανόμην ἀκούων
2 en cont. político-militar acrecentar su poder
Φίλιππον ... αὐξάνεσθαι
3 lóg. hacerse más universal
αὐξανομένης τῆς ἀποδείξεως
•V. αὔξω.
1. act., met acc. vergroten, vermeerderen, bevorderen:
2. act. intrans., later Gr. groeien, toenemen:
3. med.-pass., intrans. groeien, toenemen:
wachsen machen, vergrößern, vermehren, Tragg. u. überall in Prosa, z.B. πόλεις Plat. Legg. V.731a ; τρέφειν καὶ αὐξάνειν μέγαν Rep. VIII.565c ; πόλεμον Pol. 3.97 ; τὸ βάθος τῶν τάξεων 11.1 ; Ggstz φθίνειν Plat. Rep. VIII.546b ; erheben, preisen, Soph. O.R. 1091 ; Eur. Bacch. 183 ; τιμαῖς Xen. Cyr. 8.8.28 ; καὶ ἐπαινεῖν Plat. Lys. 206a ; ἐξ ὑπερβολῆς τι αὔξειν, etwas übertreiben, Pol. 8.17. – Pass., wachsen, zunehmen, τρέφεται καὶ αὐξάνεται Plat. Phaedr. 246c ; ῥωσθεὶς καὶ αὐξηθείς Symp. 210d ; vom Monde, Epinom. 979a ; von Flüssen, Pol. 10.48 ; αὐξάνεσθαι μέγας, groß werden, Her. 1.58 (der auch ἐς πλῆθος damit vbdt, ibid); vgl. Plat. Legg. III.681a ; Xen. Cyr. 4.2.3 ; Dem. 3.5, 9.21 ; ἐλλόγιμος ηὐξήθη, er gelangte zu Ansehen, Plat. Prot. 327c ; womit zu vgl. εἰς ἄπειρον αὐξάνειν, bis ins Unendliche steigern, X.910, wie τὸν ὄγκον ἄπειρον αὐξήσει Rep. IX.591d. – Das act. in intr. Bdtg, Arist. Anal. pr. 1.7 ; vom Monde, Pol. 16.21 ; DS. 4.64, oft, u. a.Sp., bes. NT, z.B. Matth. 6.28.
- a increase — δενδρέων δὲ νομὸν Διώνυσος πολυγαθὴς αὐξάνοι fr. 153. met., ὄφρα αὔξῃς οὖρον ὕμνων P. 4.3 αὔξομεν ἔμπυρα χαλκοαρᾶν ὀκτὼ θανόντων, τοὺς Μεγάρα τέκε οἱ Κρεοντὶς υἱούς i. e. make great the sacrifice of burnt offerings to I. 4.62
- b met., exalt, make to prosper τὰν σὰν πόλιν αὔξων, Καμάρινα, λαοτρόφον O. 5.4 αὔξεται καὶ Μοῖσα διʼ ἀγγελίας ὀρθᾶς P. 4.279 αὔξων δὲ πάτραν Μειδυλιδᾶν λόγον φέρεις P. 8.38 ἀδελφεοῖσί τʼ ἐπαινήσομεν ἐσλοῖς, ὅτι ὑψοῦ φέροντι νόμον Θεσσαλῶν αὔξοντες P. 10.71 γόνον τέ οἱ φέρτατον ἀτίταλλεν ἐν ἀρμένοισι πᾶσι θυμὸν αὔξων N. 3.58 τιμὰ δὲ γίνεται, ὧν θεὸς ἁβρὸν αὔξει λόγον τεθνακότων N. 7.32 ἴστω γὰρ σαφὲς ἀστῶν γενεᾷ μέγιστον κλέος αὔξων (Hartung: αὔξων ἀστῶν codd.) I. 7.29
- c med., grow, rise εἶπέ τινʼ αὐτὸς ὁρᾶν αὐξομέναν πεδόθεν πολύβοσκον γαῖαν O. 7.62 met., ἐν δʼ ὀλίγῳ βροτῶν τὸ τερπνὸν αὔξεται P. 8.93 γλυκὺ δʼ ἀνθρώπων τέλος ἀρχά τε δαίμονος ὀρνύντος αὔξεται P. 10.10 αὔξεται δʼ ἀρετὰ (codd.: αὔξηται metr. gr. Turyn: ἀίσσει e fine versus huc transtulit Fel. Vogt, qui αὔξεται delevit) N. 8.40 νεοθαλὴς δʼ αὔξεται μαλθακᾷ νικαφορία σὺν ἀοιδᾷ N. 9.48 ψυχὰς ἐκ τᾶν βασιλῆες ἀγαυοὶ καὶ σθένει κραιπνοὶ σοφίᾳ τε μέγιστοι ἄνδρες αὔξοντʼ i. e. arise fr. 133. 5.
- d frag. ]αὔξεις[ Παρθ. 2. 93. ]αὐξανε[ (Snell: αὐξουη[ G-H.) fr. 140a. 79 (53).
Strong 837
1. trans., to make to grow: I Co 3:6, 7, II Co 9:10. Pass., to grow, increase, become greater: Mt 13:32, Mk 4:8, II Co 10:15, Col 1:6; τῇ ἐπιγνώσει τ. θεοῦ, Col 1:10; εἰς σωτηρίαν, I Pe 2:2.
2. In later Gk. (but nowhere in LXX), intrans., to grow, increase: of plants, Mt 6:28, Lk 12:27 13:19; of infants, Lk 1:80 2:40; of a multitude, Ac 7:17; of the increase of the Gospel: ὁ λόγος ηὔξανε, Ac 6:7 12:24 19:20; of Christ as a leader, Jo 3:30; of Christian character: εἰς Χριοτόν, Eph 4:15; εἰς ναόν, Eph 2:21; ἐν χάριτι, II Pe 3:18; τὴν αὔξησιν τ. θεσῦ, Col 2:19 (cf. συν, ὑπερ-αυξάνω).†
1
tú eres el señor que crea, alimenta y aumenta todo
2
te invoco a ti, que desde la sombra creces hacia la luz y desde la luz disminuyes hacia la oscuridad
- Ito make large, increase, augment, Hdt., etc. (Hom. only uses ἀέξω).
- 2to increase in power, strengthen, exalt, aggrandise, Hdt., Attic: also to promote to honour, glorify, magnify, Trag., Plat.
- IIPass. to grow, wax, increase, Hes., Hdt., etc.; αὐξ. ἐς πλῆθος, ἐς ὕψος Hdt.; of a child, to grow up, Hdt.; ηὐξανόμην I grew taller, Ar.; so with an adj., αὐξάνεσθαι μέγας to wax great, Eur. Hence
-
…πυκνότερον δεῦρο ἰέναι. ὡς εὖ ἴσθι ὅτι ἔμοιγε ὅσον αἱ ἄλλαι αἱ κατὰ τὸ σῶμα ἡδοναὶ ἀπομαραίνονται, τοσοῦτον αὔξονται αἱ περὶ τοὺς λόγους ἐπιθυμίαι τε καὶ ἡδοναί. μὴ οὖν ἄλλως ποίει, ἀλλὰ τοῖσδέ τε τοῖς νεανίσκοις σύνισθι…
Plato, Republic
-
…τῶν φαύλων ; οἶμαι μὲν οὔ, ἀλλὰ ὅτου ἔτυχεν ὁ ὑὸς εὐφυέστατος γενόμενος εἰς αὔλησιν, οὗτος ἂν ἐλλόγιμος ηὐξήθη, ὅτου δὲ ἀφυής, ἀκλεής · καὶ πολλάκις μὲν ἀγαθοῦ αὐλητοῦ φαῦλος ἂν ἀπέβη, πολλάκις δʼ ἂν φαύλου…
Plato, Protagoras
-
…δύναμιν εἰς σωτηρίαν. ἃ μὲν γὰρ αὐτῶν σμικρότητι ἤμπισχεν, πτηνὸν φυγὴν ἢ κατάγειον οἴκησιν ἔνεμεν · ἃ δὲ ηὖξε μεγέθει, τῷδε αὐτῷ αὐτὰ ἔσῳζεν · καὶ τἆλλα οὕτως ἐπανισῶν ἔνεμεν. ταῦτα δὲ ἐμηχανᾶτο εὐλάβειαν ἔχων μή τι…
Plato, Protagoras
-
…ἀνδιδοῖ ψυχὰς πάλιν,. . ἐκ τᾶν βασιλῆες ἀγαυοὶ καὶ σθένει κραιπνοὶ σοφίᾳ τε μέγιστοι ἄνδρες αὔξοντʼ · ἐς δὲ τὸν λοιπὸν χρόνον ἥρωες ἁγνοὶ πρὸς ἀνθρώπων καλεῦνται. ἅτε οὖν ἡ ψυχὴ ἀθάνατός τε οὖσα καὶ…
Plato, Meno
-
…σκευὴν θεοῦ · δεῖ γάρ νιν ὄντα παῖδα θυγατρὸς ἐξ ἐμῆς Διόνυσον ὃς πέφηνεν ἀνθρώποις θεὸς ὅσον καθʼ ἡμᾶς δυνατὸν αὔξεσθαι μέγαν. ποῖ δεῖ χορεύειν, ποῖ καθιστάναι πόδα καὶ κρᾶτα σεῖσαι πολιόν ; ἐξηγοῦ σύ μοι γέρων γέροντι ,…
Euripides, Bacchae
-
…τὰς στρατείας ἀπὸ τῆς γεωργίας περισπᾶν, φερούσης ἅμα καὶ τῆσδε τῆς κτήσεως αὐτοῖς πολὺ κέρδος ἐκ πολυπαιδίας θεραπόντων ἀκινδύνως αὐξομένων διὰ τὰς ἀστρατείας. ἀπὸ δὲ τούτων οἱ μὲν δυνατοὶ πάμπαν ἐπλούτουν, καὶ τὸ τῶν θεραπόντων γένος ἀνὰ τὴν…
Appian, The Civil Wars
-
…ὦ Κιθαιρών, οὐκ ἔσει τὰν αὔριον πανσέληνον, μὴ οὐ σέ γε καὶ πατριώταν Οἰδίπουν καὶ τροφὸν καὶ ματέρʼ αὔξειν, καὶ χορεύεσθαι πρὸς ἡμῶν, ὡς ἐπίηρα φέροντα τοῖς ἐμοῖς τυράννοις. ἰήϊε Φοῖβε, σοὶ δὲ ταῦτʼ…
Sophocles, Oedipus Tyrannus
-
…Τρωικῆς ἦσαν χθονὸς Ἕκτωρ τʼ ἀδελφὸς οὑμὸς εὐτύχει δορί, καλῶς παρʼ ἀνδρὶ Θρῃκὶ πατρῴῳ ξένῳ τροφαῖσιν ὥς τις πτόρθος ηὐξόμην, τάλας · ἐπεὶ δὲ Τροία θʼ Ἕκτορός τʼ ἀπόλλυται ψυχή, πατρῴα θʼ ἑστία κατεσκάφη, αὐτὸς δὲ βωμῷ…
Euripides, Hecuba
-
…καὶ νεὼν ἐπῳκοδόμησαν τῇ πυρᾷ καὶ θύουσιν ὡς θεῷ. Αἱ δὲ στάσεις ἐπὶ τῷδε μάλιστα αὖθις ἐπανελθοῦσαί τε καὶ αὐξηθεῖσαι δυνατώτατα ἐς μέγα προῆλθον, καὶ φόνοι καὶ φυγαὶ καὶ ἐπὶ θανάτῳ προγραφαὶ βουλευτῶν τε καὶ τῶν καλουμένων ἱππέων ,…
Appian, The Civil Wars
-
…ὑπὸ τῶν ἔλαττον ἐκείνου δυναμένων μοχθηρότερά τε λεγόντων καὶ πρὸς τὸ αὑτῶν ἴδιον κέρδος πολιτευόντων, ἐκείνου ἀεὶ τὸ κοινὸν αὔξοντος καὶ ἀπὸ τῶν αὑτοῦ καὶ ἀπὸ τοῦ τῆς πόλεως δυνατοῦ · ἐθέλοντος δὲ τότε κρίνεσθαι παραχρῆμα τῆς αἰτίας ἄρτι γεγενημένης…
Xenophon, Hellenica