αὐξητέον
αὐξητέον, one must amplify, exaggerate
αὐξ-ητέον,
- one must amplify, exaggerate, Men.Rh.p.359S.
ret. hay que amplificar, hay que exagerar
ὁμολογουμένης δ' εἶναι τῆς συνθήκης, οἰκείας μὲν οὔσης αὐ.
αὐξητέον, vb. d’αὐξάνω, Mén. Rhét. 93 W.