δαμάλιον
δᾰμᾰλ-ιον, τό, Dim. of δάμαλις, PFlor. 150.2 (iii A.D.).
ternero, ternera, PRainer Cent.42.8 (III a.C.),
τὰ βούδια (l. βοΐδια) ὅσα ἔχεις ... ἤτε δαμάλια ἤτε μείζονα
ternero, ternera, PRainer Cent.42.8 (III a.C.),
τὰ βούδια (l. βοΐδια) ὅσα ἔχεις ... ἤτε δαμάλια ἤτε μείζονα