Δαμοδίκα
Δαμοδίκα
- stepmother to Phrixos, test., Σ. P. 4.288: ἐκακώθη γὰρ (sc. Φρίξος) διὰ τὴν μητρυιὰν . ταύτην δὲ ὁ μὲν Πίνδαρος ἐν Ὕμνοις Δαμοδίκαν φησίν. (Boeckh: δημοτικήν, δημωτικήν codd.) fr. 49.