Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δαμοσιεργός
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Δάμνος
Δαμνώ
δαμο
δαμο-
Δαμοανακτίδαις
δαμογέρων
Δαμογέρων
Δαμοδίκα
Δαμοθοΐδας
δαμοθοινία
Δαμοία
δαμόἱος
Δαμοίτας
Δαμοκλ-
Δαμοκλείδας
Δαμοκλῆς
δαμοκόλος
δαμοκόρος
Δαμοκρ-
Δαμοκράτεια
Δαμοκράτης
Δαμοκρίτα
Δαμόκριτος
Δαμομένης
Δαμοννώ
δαμονομέω
Δαμοξενίδας
Δαμόξενος
δαμόομαι
δᾶμος
δαμοσιεργός
δαμοσιεύω
δαμοσιομάστας
δαμοσιομάστης
δαμοσιοργία
δαμόσιος
δαμοσιοφύλακες
δαμοσόνιος
δάμοσσος
Δαμοστρατεία
Δαμοστρατία
Δαμόστρατος
δαμοτ-
Δαμοτάγης
δαμότας
Δαμοτέλης
Δαμοτιμίδας
Δαμότιμος
δαμότις
δαμοῦαι
Δαμούρας
δαμοῦχοι
δαμοφανής
Δαμόφαντος
Δαμοφίλη
Δαμόφιλος
Δαμοφύλη
Δαμοφῶν
Δαμοχάρης
Δαμόχαρις
δαμόωνται
…
δαμοσιεργός
Save
DGE
δαμοσιεργός
-οῦ, ὁ
funcionario público
,
FD
4.352.2.20 (II a.C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}